ἀπολαμβάνω

ἀπο|λαμβάνω брать от кого; отнимать; отделять

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἀπολαμβάνω" в других словарях:

  • απολαμβάνω — απολαμβάνω, απόλαυσα βλ. πίν. 98 Σημειώσεις: απολαμβάνω : συναντάται μερικές φορές και ο λόγιος αόριστος απήλαυσα. Σπάνια χρησιμοποιείται ο λόγιος ενεστώτας απολαύω σε εκφράσεις όπως: απολαύει της εμπιστοσύνης (→ έχει την εμπιστοσύνη...) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ἀπολαμβάνω — take pres subj act 1st sg ἀπολαμβάνω take pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • απολαμβάνω — και απολαβαίνω απολάμβανα, ευχαριστιέμαι, χαίρομαι κάτι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • απολαμβάνω — κ. λαβαίνω (AM απολαμβάνω) 1. αποκτώ, κερδίζω, καρπώνομαι 2. παίρνω ό,τι μου ανήκει 3. αμείβομαι νεοελλ. 1. παίρνω το υπόλοιπο μιας οφειλής 2. γλεντώ, τέρπομαι αρχ. 1. παίρνω, δέχομαι κάτι από κάποιον 2. παίρνω μακριά, απομακρύνω 3. παίρνω… …   Dictionary of Greek

  • απολαμβάνω — [аполамвано] ρ. наслаждаться …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἀπολαμβάνετον — ἀπολαμβάνω take pres imperat act 2nd dual ἀπολαμβάνω take pres ind act 3rd dual ἀπολαμβάνω take pres ind act 2nd dual ἀπολαμβάνω take imperf ind act 2nd dual (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπειλημμένα — ἀπολαμβάνω take perf part mp neut nom/voc/acc pl ἀπειλημμένᾱ , ἀπολαμβάνω take perf part mp fem nom/voc/acc dual ἀπειλημμένᾱ , ἀπολαμβάνω take perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπολαμβάνετε — ἀπολαμβάνω take pres imperat act 2nd pl ἀπολαμβάνω take pres ind act 2nd pl ἀπολαμβάνω take imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπολαμβάνῃ — ἀπολαμβάνω take pres subj mp 2nd sg ἀπολαμβάνω take pres ind mp 2nd sg ἀπολαμβάνω take pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπειλημμέναι — ἀπολαμβάνω take perf part mp fem nom/voc pl ἀπειλημμένᾱͅ , ἀπολαμβάνω take perf part mp fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπειλημμένον — ἀπολαμβάνω take perf part mp masc acc sg ἀπολαμβάνω take perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.